Οι γυναίκες στις Τεχνολογίες Πληροφορικής

του Jon «Maddog» Hall, προέδρου του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Linux International και πρωτοπόρο στο χώρο του GNU/Linux παγκοσμίως

Το άρθρο αναδημοσιεύεται κατόπιν αδείας του κυρίου Hall καθώς και του υπεύθυνου επικοινωνίας του Linux Professional Institute, Scott Lamberton.

Πρόσφατα υπήρξε πολύ συζήτηση σε μια ηλεκτρονική λίστα ταχυδρομείου σχετικά με τις γυναίκες στις ΤΠ. Σίγουρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο αριθμός των γυναικών στις ΤΠ έναντι του αριθμού των ανδρών είναι πάρα πολύ μικρός. Δε χρειάζεται να είναι κανείς πολύ παρατηρητικός σε ένα συνέδριο ΤΠ ή σε κάποια άλλη συνάντηση για να κάνει την ερώτηση «που είναι οι γυναίκες;». Το λυπηρό κομμάτι είναι πως αυτό γίνεται εδώ και πολύ καιρό και λίγοι άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν να το καταλαβαίνουν ενώ κάποιοι άλλοι νομίζουν πως είναι κάτι «φυσικό».

Ένας από τους λόγους που άρχισα να ασχολούμαι με την επιστήμη των υπολογιστών ήταν γιατί αναγνώριζα πως είναι «καθαρή λογική». Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος φυσική δύναμη, ομορφία ή ακόμα, ικανότητες συντονισμού για να δημιουργήσει ένα πρόγραμμα για τον υπολογιστή. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια κατανόηση του προβλήματος και της δυνατότητας να γράψει κάτω βήμα-βήμα τις σειρές των εντολών που το πολύ απλό «μυαλό» του υπολογιστή θα μπορεί να ακολουθήσει.

 

Όταν ξεκίνησα την εργασία μου στην πληροφορική δούλευα για την Aetna Life and Casualty. Η Aetna ήταν ένας «εργοδότης ίσων ευκαιριών» και ένας μεγάλος αριθμός (βεβαίως, από μια μνήμη που φθίνει από καιρό σε καιρό) προγραμματιστών και διαχειριστών συστημάτων της Aetna ήταν γυναίκες.

Μετά την Aetna Life and Casualty δίδαξα στο Hartford State Technical College (HSTC), και (πάλι, ενθυμούμενος αμυδρά μετά από μια απουσία τριάντα ετών) δεν είχαμε μόνο ένα τμήμα πληροφορικής του οποίου πάνω από το 50% το διδακτικό προσωπικό ήταν γυναίκες, αλλά είχαμε και ένα καλό αριθμό φοιτητριών που είχανε εξαιρετική επίδοση στις σπουδές τους.

Στο HSTC εκείνη τη περίοδο (1977-1980) ήταν πολλές φορές που αρκετοί από τους φοιτητές ακουμπούσαν για πρώτη φορά ένα πληκτρολόγιο υπολογιστή και στα δυο χρόνια του πτυχίου έπρεπε από μηδενικές γνώσεις που είχαν, να μπορούν να γράψουν έναν απλό compiler, μια απλή βάση δεδομένων, ένα απλό λειτουργικό σύστημα καθώς και να μάθουν μερικές διαφορετικές γλώσσες προγραμματισμού.

Θα πρέπει επίσης να αναφέρω οτι (ως κρατική σχολή) η HSTC είχε πολύ μικρό κόστος, με τα δίδακτρα να είναι $420 το χρόνο και τα βιβλία να κοστίζουν γύρω στα $300 το χρόνο (το 1977). Σκεφτείτε αυτό σε σύγκριση με τα δικά μου δίδακτρα που ήταν $2000 το χρόνο για το Alma Mater, τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Αυτά τα χαμηλά δίδακτρα έδωσαν μια ευκαιρία σε φοιτητές από εργατικές οικογένειες ή οικογένειες δεύτερης γενιάς μεταναστών και άλλες χαμηλού εισοδήματος, να αποκτήσουν ένα πτυχίο κολλεγίου. Πολλές φορές οι φοιτητές στις τάξεις μου ήταν οι πρώτοι άνθρωποι από την οικογένειά τους, που είχανε πάει ποτέ σε κολλέγιο.

Επιπρόσθετα στο κανονικό πρόγραμμα, το HSTC είχε ένα πρόγραμμα που λεγόταν «Γυναίκες στην Τεχνολογία», το οποίο ενθάρρυνε τις γυναίκες που είχαν κάποιο πτυχίο κολλεγίου και πιθανόν είχαν δουλέψει και ένα-δυο χρόνια, αλλά είχαν μπει στη διαδικασία να αναθρέψουν μια οικογένεια. Όταν αυτές οι γυναίκες αποφάσιζαν να ξαναμπούν στην αγορά εργασίας πολλές φορές οι ικανότητές τους ήταν ξεπερασμένες εξαιτίας της γρήγορης αλλαγής στην τεχνολογία. Μπορούσαν να συμμετέχουν στη σχολή για μια «ενημέρωση» ενός έτους αλλά πάλι θα ήταν αρκετά πίσω μέχρι να ξαναμπουν στον εργασιακό στίβο.

Θυμάμαι ακόμα μια γυναίκα χαρακτηριστικά. Στα 55 της ήταν παντρεμένη με ένα μέλος των ενόπλων δυνάμεων για πάνω από 30 χρόνια. Είχανε ταξιδέψει σε διάφορες τοποθεσίες καθώς αυτός ανέβαινε τις στρατιωτικές βαθμίδες και ετοιμάζονταν πλέον να συνταξιοδοτηθεί. Εκείνη ήθελε να πάρει ένα πτυχίο κολλεγίου (ακόμα και ένα πτυχίο σπουδών δυο ετών), και είχε επιλέξει την επιστήμη των υπολογιστών ως το πεδίο στο οποίο θα μπορούσε να κερδίσει λεφτά μετά τη συνταξιοδότητηση του συζύγου της.

Έπειτα από τρεις μήνες εργασίας με αυτή τη γυναίκα, είχα εντυπωσιαστεί με την αξιοπρέπεια, την ωριμότητα, την εξυπνάδα της και την βαθειά γνώση της σε αρκετά θέματα και τη ρώτησα αν είχε ξαναπαρακολουθήσει μαθήματα σε κάποιο κολλέγιο παλιότερα.

«Ναι», είπε, «σε κάθε μέρος που τοποθετούνταν ο συζυγός μου, εγγραφόμουν σε μαθήματα, αλλά δεν ήμουν ποτέ σε θέση να αποκτήσω ένα δίπλωμα, πριν μεταφερθεί και πάλι». Τη ρώτησα εαν είχε αντίγραφα από τα μαθήματα αυτά και την επόμενη ημέρα έφερε δυο κουτιά παπουτσιών γεμάτα με αντίγραφα, στα περισσότερα από τα οποία είχε βαθμούς «Α» ή «Β» στα μαθήματα που είχε συμμετάσχει. Ξόδεψα δυο μέρες μελετώντας αυτά τα αντίγραφα και έπειτα την κάλεσα στο γραφείο μου.

«Όπως μπορώ να δω, σου μένουν δυο μονο μαθήματα για ένα Bachelor of Science στα Μαθηματικά, δυο μόνο μαθήματα για ένα BS στη Φυσική και ακόμα δυο μαθήματα για ένα BS στην Αγγλική Φιλολογία», της είπα. Επίσης την πληροφόρησα πως αν συνέχιζε στη σχολή μας το καλύτερο που θα μπορούσε να πάρει μετά από δυο χρόνια ήταν ένα βασικό πτυχίο αλλά εαν πήγαινε στη Διεύθυνση Ανώτατης Εκπαίδευσης της Πολιτείας του Connecticut, αυτοί θα μπορούσαν να δεχτούν τα προηγούμενα μαθήματά της σε ένα κρατικό πανεπιστήμιο, να την αφήσουν να παρακολουθήσει τα μαθήματα που της έλειπαν και να πάρει ένα πτυχίο Bachelor με μόνο δυο ή τρία ακόμα μαθήματα. Μετά από αυτό θα μπορούσε να αιτηθεί για ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα και (σε λιγότερο από δυο έτη) να πάρει ένα Master στην Επιστήμη των Υπολογιστών.

Εξαφανίστηκε για δυο μέρες και μετά επέστρεψε για να μου πει οτι είχε ακολουθήσει την συμβουλή μου και δυο χρόνια μετά αποφοίτησε μετ’ επαίνων με ένα MSCS. Αμέσως μετά από αυτό ο συζυγός της μεταφέρθηκε για ακόμα μια τελευταία φορά και καταλήξανε στην Arizona όπου εκείνη άνοιξε μια συμβουλευτική εταιρεία.

Μια άλλη φοιτήτρια ήταν μια νεαρή νοικοκυρά της οποίας τα παιδιά πήγαιναν στο δημοτικό σχολείο. Ήθελε να έρθει στη σχολή μας για «να μαθει υπολογιστές». Όλοι στην οικογένειά της, της λέγανε οτι δε θα μπορούσε να τα καταφέρει, οτι δεν είχε τα προσόντα ή την ευφυία για να κάνει τη δουλειά. Μου είπε πως γελούσανε στο όνειρό της.

Η πρώτη εργασία της ήταν να εισάγει δυο αριθμούς, να τους προσθέσει και να τους εκτυπώσει και αυτό να γίνει στην γλώσσα BASIC. Η εργασία θα έπρεπε να είναι καλογραμμένη, με ένα διάγραμμα ροής και καλά σχόλια. Ήταν η τελευταία που επέστρεψε την εργασία και όταν το έκανε μου είπε πως είχε ξοδέψει δώδεκα ώρες για αυτή. Θυμήθηκα να λεω στον εαυτό μου «αυτό είναι κακό… δε θα τα καταφέρει».

Όταν κοίταξα στην εργασία, είδα πως αποτελούσε ένα έργο τέχνης. Κάθε πράγμα ήταν τέλειο. Το διάγραμμα ροής ήταν τέλειο, τα σχόλια ήταν τέλεια. Είχε εξαιρετική σαφήνεια. Α++

Η επόμενη εργασία ήταν πιο δύσκολη, αλλά της πήρε μόνο έξι ώρες. Πάλι τέλεια. Α++

Η επόμενη εργασία ήταν αρκετά δυσκολότερη. Μόνο τρεις ώρες. Τέλεια. Α++

…και αυτό συνέβαινε με όλες τις εργασίες της, ακόμα και αυτές που δεν είχαν να κάνουν με υπολογιστή.

Όταν ήρθε η στιγμή της αποφοίτησης και πήρε στα χέρια της στο δίπλωμα (καθαρό «Α», Summa Cum Laude), τη σταμάτησα πριν φύγει, γύρισα στο ακροατήριο και τους είπα οτι η οικογένειά της δεν την ενθάρρυνε να κάνει αυτό το άλμα. Ήθελα η εμπειρία της να είναι γνωστή ώστε και άλλοι άνθρωποι να μη χάσουν την ευκαιρία να αγγίξουν τους στόχους τους.

Τώρα που δεν χρειάζεται να είμαι αισιόδοξος στο θέμα σχετικά με το αν οι γυναίκες γίνονται ή όχι σπουδαίες προγραμματίστριες και γνωρίζω οτι ήμουν τυχερός για να πω οτι οι τρεις καλύτεροι προϊστάμενοι που είχα ποτέ ήταν όλες γυναίκες. Γνωρίζω πως το στερεότυπο είναι να πω «όλες οι γυναίκες μπορούν να γίνουν καλές προγραμματίστριες» είναι εξίσου κακό με το να πω «όλες οι γυναίκες δεν μπορούν να γίνουν καλές προγραμματίστριες».

Παρ’ όλα αυτά, είναι η εμπειρία μου η οποία μου έδωσε αυτή την ευκαιρία, το υπόβαθρο και την παιδεία, οτι οι γυναίκες είναι τόσο καλές στον προγραμματισμό και στη διαχείριση συστημάτων όσο και οι άντρες.

Προς τι λοιπόν η έλειψη σε γυναίκες στον προγραμματισμό; Αυτό το πρόβλημα δεν υπάρχει στη Μαλαισία, όπου (μερικά χρόνια πρίν) το 70% των ανθρώπων στις ΤΠ ήταν γυναίκες. Η αιτιολογία που δόθηκε εκείνη την εποχή ήταν πως οι άντρες μπορούσαν να ζητούν δουλειές με απαιτούμενη τη μυϊκή δύναμη στην ηλικία των 15 και έτσι δεν πηγαίνανε στο κολλέγιο για να αποκτήσουν την τεχνική εκπαίδευση που χρειαζόταν για τις ΤΠ. Οι γυναίκες πηγαίνανε στο κολλέγιο, λάμβαναν την εκπαίδευση και έβγαιναν στην αγορά εργασίας των ΤΠ.

Δεν γνωρίζω γιατί οι γυναίκες σε πολλές άλλες κοινωνίες στον κόσμο δεν ασχολούνται αρκετά με τις ΤΠ, αλλά νιώθω οτι ένα πρόγραμμα πιστοποίησης όπως αυτό που προσφέρεται από το LPI δίνει τη δυνατότητα της απομονωμένης μελέτης και άλλων μεθόδων μελέτης χαμηλού κόστους ώστε να αποκτηθεί η εκπαίδευση και μια ευκαιρία (όπως τα μαθήματα «Γυναίκες στην Τεχνολογία του HSTC) για γυναίκες που θέλουν να «αναβαθμίσουν τις ικανότητές τους» και να εισέλθουν στο εργατικό δυναμικό ΤΠ.

Θέλουμε τους καλύτερους ανθρώπους στις ΤΠ. Το να περιορίσουμε αυτούς τους ανθρώπους τεχνικώς, περιορίζοντας την αποδοχή ανθρώπων άλλων φύλων, χρώματος και άλλων «διακριτών» ομάδων (συμπεριλαμβανομένου του χαμηλού εισοδήματος) είναι ανεπίτρεπτο.

Πιστεύω οτι το LPI παρέχει μια πορεία προς την εξάλειψη αυτών των εμποδίων.

0